Is showing off enough to win a fight?

14 07 2015

It is not rare in the animal kingdom for males to “detest” other males of the same species, to rival each other and even to fight until one of them retreats. Reasons usually include defense of a territory and contest for food or females. An encounter between two males may end up in a tragedy with one or both of them severely wounded. It is therefore wise to avoid violent clashes and find other ways to show strength. In such cases there is a winner and a loser in the end, but none of them is wounded.

To display their strength, animals use various behaviors or morphological characteristics which imply a trait such as size, whole-organism performance and body condition. Characteristics or behaviors that are always associated with a second attribute are called reliable signals and have an impact on the behavior of the opponents.

Studies have highlighted various features used by animals to solve conflicts such as size, physical condition and physical performance. But there is no much information about how the whole-organism performance, the size of the reliable signal and the condition combined together, affect the outcome of a fight. It is difficult to determine whether it is the indicator or its associated signal that determines the outcome of a fight between two males without first uncoupling them.

Researchers wanted to show how an experimental procedure can disconnect reliable signals from their associated characteristics, in order to find out how animals solve their disputes. Justin P. Henningsen and Duncan J. Irschick, examined the effect of a signal, the performance capacity and the body condition in domination ability of male green anole (Anolis carolinensis). The anoles extend their dewlap by the movement of a set of bones, the hyoid apparatus. They use this signal during courtship with females or to establish territory among other males or during interactions with potential predators.

The experiment was conducted on a large number of sexually mature anoles from the Savannah River area of South Carolina in USA. Several measurements and comparisons were made that revealed correlations between body size and individual’s dewlap size, bite force and mass. In order to remove the effect of body size, the anoles were divided into equal-size couples. Attention was paid to the members of each pair not to «know» each other from before. This was achieved by collecting them from areas distant from each other. Matched this way, positive correlations were found between relative size of the dewlap and relative bite force, between relative bite force and body condition and between relative size of dewlap and relative body mass.

One member of each pair underwent a surgery to have its dewlap size reduced while the other member underwent a fake surgery. The operation was aimed at reducing the size of the dewlap without completely destroying the ceratobranchial cartilages of the hyoid apparatus. In this way the anole could still extend its dewlap, but the dewlap skin could not be fully expanded. Animals which underwent fake surgeries had their cartilages probed and then left unimpaired.

After recovery from surgery, the pairs were at first allowed to contact each other visually for 10 minutes and then freely inside a common area for 1 hour. The researchers recorded the head-bobs, the dewlap display bouts, the chases, the bitings, the turnings of their bodies perpendicular to the opponent, so called lateral displays, and the retreats i.e. when an animal moves away from the opponent. The anoles whose dewlap had been reduced had no problem carrying out head-bobs, push-ups, dewlap displays, lateral displays chases, bites and retreats at the same frequency with the rest. In other words, the surgery downsizing of the dewlap didn’t influence the behavior of the animals.

The results showed that the reduction in the size of dewlap didn’t play a role in the outcome of the interaction between the anoles. The expectation of the researchers that animals with smaller dewlaps would lose more fights was not supported by the results of the experiment. On the contrary, what was important in order to win was the bite force capacity. The bigger the capacity the greater the chance of winning. Anoles with better body condition had higher biting force capacity, while the body mass of the winners didn’t vary from that of the losers.

The researchers, based on the results of their experiment as well as previous research results, assumed that the size of dewlap is not taken into consideration when anoles are close to each other, but only when they are far apart. In close encounters, the anoles perhaps pay attention to other features and behaviors such as head size, push-ups, body condition etc.

Other possible explanation of the results where not fully supported by the outcomes of the experiment. Such explanations included the fact that the anoles were obliged to fight in the lab despite any evaluation of their opponent and assumptions that the dewlap size is important only during the initial stages of an encounter.

This experiment contributed to our understanding of anoles’ body language and signaling system, but we still have a long way to go. Specifically, their dewlap remains a mystery and we hope for further researches.


Henningsen, J. P. and Irschick, D. J. (2012), An experimental test of the effect of signal size and performance capacity on dominance in the green anole lizard. Functional Ecology, 26: 3–10. doi: 10.1111/j.1365-2435.2011.01893.x


Εγκεφαλικό στον σκύλο και στην γάτα.

1 08 2013


dog 2Μέχρι πρόσφατα πιστεύαμε πως οι γάτες και οι σκύλοι δεν παθαίνουν εγκεφαλικά επεισόδια. Η Δρ. Τερέζα E. Πανκόττο, κλινικός βοηθός καθηγητή στην Κτηνιατρική Σχολή των Πολιτειακών Πανεπιστημίων του Μέριλαντ και της Βιρτζίνια, σε παρουσίασή της στην Δυτική Κτηνιατρική Διάσκεψη, μίλησε για τα εγκεφαλικά στα κατοικίδια.

Όπως και στους ανθρώπους το εγκεφαλικό επεισόδιο στα κατοικίδια είναι η ραγδαία ανάπτυξη της απώλεια της λειτουργίας του εγκεφάλου λόγω της διαταραχής της παροχής αίματος προς τον εγκέφαλο.

Η αιτία μπορεί να είναι: α) θρόμβωση ή εμβολή σε κάποιο αγγείο (ισχαιμικό εγκεφαλικό) κατά την οποία η περιοχή του εγκεφάλου που αιματώνεται από αυτό το αγγείο δεν λαμβάνει οξυγόνο και γλυκόζη και διαταράσσεται η λειτουργία της, β) αιμορραγία κάποιου αγγείου (αιμορραγικό εγκεφαλικό) κατά την οποία τα κύτταρα πεθαίνουν από την τοξικότητα της αιμοσφαιρίνης που διαχέεται σε αυτά. Τα αιμορραγικά εγκεφαλικά είναι πιο σπάνια στα κατοικίδια από ότι τα ισχαιμικά.

Τα συμπτώματα μπορεί να διαφέρουν ανάλογα με την τοποθεσία και τη σοβαρότητα του περιστατικού. “Τα συμπτώματα μπορεί να είναι από αρκετά ασαφή όπως κλίση της κεφαλής και αναγκαστικές κυκλικές κινήσεις μέχρι δυσκολία στο περπάτημα και επιληπτικές κρίσεις”, λέει με την Δρ. Παρκόττο. Τα μη παθογνωμονικά σημάδια, ακόμα και αν είναι αιφνίδια, είναι που καθιστούν την διάγνωση των εγκεφαλικών δύσκολη.

Υπάρχουν περιπτώσεις που το ζώο περνάει ένα παροδικό ισχαιμικό επεισόδιο χωρίς μόνιμη εγκεφαλική βλάβη, κατά το οποίο παρουσιάζει συμπτώματα εγκεφαλικού, αλλά επανέρχεται σε λιγότερο από 24 ώρες.

Η διάγνωση εγκεφαλικού στα κατοικίδια γίνεται με μαγνητική ή αξονική τομογραφία. Για να προσδιοριστεί η αιτία χρειάζονται περαιτέρω εξετάσεις όπως αιματολογικές, ακτινογραφίες και υπέρηχος. Η κυριότερη αιτία ισχαιμικών εγκεφαλικών στους σκύλους είναι η νόσος του Κάσινγκ, ο υποθυρεοειδισμός, η χρόνια νεφρική ανεπάρκεια και η υψηλή πίεση.

Για την θεραπεία χρειάζεται η σταθεροποίηση του ζώου με υποστηρικτική αγωγή όπως οξυγόνο και ορός. Κατόπιν μπορεί να ξεκινήσει κατάλληλη θεραπεία της υποκείμενης αιτίας.

Η πρόγνωση εξαρτάται από τη σοβαρότητα του περιστατικού”, καταλήγει η Δρ. Πανκόττο. “Πολλά κατοικίδια ανακάμπτουν με υποστηρικτική φροντίδα και φυσιοθεραπεία, τουλάχιστον εν μέρει”.

Πηγή: Vetstreet (

Ανακαλύψη νέου είδους Τριχομονάδας στις γάτες

18 07 2013

Tricky_humans_by_MiDWaNΕρευνητές στο πανεπιστήμιο της Φλόριντα προσδιόρισαν ένα νέο είδος Τριχομονάδας στις γάτες, διαφοροποιώντας το από το παράσιτο που προσβάλλει γάτες και βοοειδή.

Μέχρι τώρα οι μελέτες για τον καθορισμό των διαφορετικών ειδών τριχομονάδας επικεντρώνονταν στην γενετική του οργανισμού. Η Χέδερ Ουόλντεν, Ph.D., επίκουρος καθηγήτρια έρευνας στην Κτηνιατρική σχολή του Πανεπιστημίου της Φλόριντα προχώρησε σε έρευνες που αφορούν τις καταστάσεις της νόσου και τους ξενιστές της σε συνδυασμό με γενετική.

Συγκεκριμένα διεξήγαγε πειραματικές μελέτες βάζοντας τριχομονάδα που είχε απομονωθεί από γάτα σε αγελάδες και τριχομονάδα που είχε απομονωθεί από αγελάδα σε γάτες και διαπίστωσε διαφορές στη νοσηρότητα σε κάθε έναν από αυτούς τους ξενιστές. Οι μελέτες αυτές, σε συνδυασμό με μοριακή ανάλυση μιας μικρής ομάδας γονιδίων με παρόμοια μοτίβα αλληλουχίας στις γάτες και στα βοοειδή, έδειξαν βασικές διαφορές μεταξύ των ειδών του παρασίτου. Το παράσιτο ονομάστηκε Tritrichomonas blagburni. Η μελέτη και τα ευρήματα δημοσιεύτηκαν στο διαδίκτυο σε ένα πρόσφατο τεύχος του Parasitology Research.

Μέχρι τώρα γνωρίζαμε ένα μόνο είδος τριχομονάδας, το Trichomonas foetus, το οποίο ζει στο αναπαραγωγικό σύστημα των βοοειδών και στο έντερο των γατών”, δήλωσε η Ουόλντεν.

Η τριχομονίαση στην γάτα είναι μια εντερική ασθένεια που οδηγεί σε χρόνια διάρροια, μετεωρισμό και ακράτεια κοπράνων. Η τριχομονίαση των βοοειδών είναι μια σεξουαλικά μεταδιδόμενη ασθένεια που προσβάλλει το γεννητικό σύστημα των αγελάδων, προκαλώντας λοιμώξεις της μήτρας και πιθανές αποβολές στο μεσαίο και τελευταίο στάδιο της κύησης.

Η Ουόλντεν επισήμανε «η θεραπεία για γάτες με την ασθένεια αυτή είναι προβληματική καθώς μερικές φορές λειτουργεί, άλλες όμως φορές όχι. Στα βοοειδή, ωστόσο, δεν υπάρχει καμία θεραπεία που να αποτρέπει την μόλυνση και η ασθένεια είναι πολύ δύσκολο να ελεγχθεί, ιδιαίτερα σε μεγάλα κοπάδια. Συχνά οι ιδιοκτήτης των βοοειδών θανατώνουν τους ταύρους ή τις αγελάδες που παρουσιάζουν συμπτώματα της ασθένειας”, είπε η Ουόλντεν. «Μερικοί ιδιοκτήτες βοοειδών μπορεί να προσπαθήσουν να ελέγξουν την ασθένεια με τη χρήση της τεχνητής γονιμοποίησης, αλλά η λύση αυτή είναι ακριβή και οι περισσότεροι ιδιοκτήτες δεν την επιλέγουν.»

Η ερευνητική ομάδα της Ουόλντεν αναλύει τώρα επιπλέον γονίδια από μια διατηρημένη γενετική περιοχή που προέρχεται από παράσιτα γάτας και παράσιτα που προέρχονται από βοοειδή, προκειμένου να περιγράψει περισσότερες γενετικές διαφορές και να βοηθήσει να παγιωθούν τα προηγούμενα ευρήματα.

Πηγή: MNT Medical News Today, New Species Of Tritrichomonas Parasite Discovered As Disease Agent In Domestic Cats, 18 Jul 2013 (

Εμβόλιο κατά του ιού του Δυτικού Νείλου στα πτηνά.

12 07 2013Εμβόλιο ενάντια στον ιό του Δυτικού Νείλου για τα πτηνά κατασκευάστηκε στο Πανεπιστήμιο British Columbia.

Το εμβόλιο μπορεί να βοηθήσει στη μείωση των κρουσμάτων του ιού στα πτηνά και να προστατέψει είδη προς εξαφάνιση στα οποία ο ιός προκαλεί θνησιμότητα μέχρι και 100%.

Ο ιός του Δυτικού Νείλου μεταδίδεται από τα πτηνά στον άνθρωπο μέσω κουνουπιών. Ως εκ τούτου ο εμβολιασμός των πτηνών μπορεί να βοηθήσει στη μείωση των κρουσμάτων και στον άνθρωπο.

Πηγή: CBCnews (

Δυσκοιλιότητα στον σκύλο και στην γάτα.

9 01 2013

Δυσκοιλιότητα είναι η μειωμένη συχνότητα αφόδευσης που οδηγεί στην συσσόρευση κοπράνων στο παχύ έντερο. Αν δεν αντιμετωπιστεί εγκαίρως μπορεί να γίνει μη αντιστρέψιμη και το έντερο να μπλοκαριστεί εντελώς από μια ξηρή μάζα κοπράνων.

Η δυσκοιλιότητα είναι αρκετά συχνή στα σκυλιά και πιο σπάνια στις γάτες. Τις περισσότερες φορές μπορεί να αντιμετωπιστεί στο σπίτι από τους ιδιοκτήτες. Αν όμως το πρόβλημα είναι μεγάλο ή γίνει χρόνιο, πρέπει να επέμβει κτηνίατρος.

Οι αιτίες που μπορούν να οδηγήσουν σε δυσκοιλιότητα ποικίλουν. Κάποιες από αυτές είναι οι παρακάτω:

  1. Κατάποση δύσπεπτων υλικών: μαλλιά, κόκαλα, πλαστικά, σκουπίδια.
  2. Έλλειψη νερού.
  3. Απροθυμία για αφόδευση: άγχος, αλλαγή ρουτίνας, έλλειψη κατάλληλου μέρους για αφόδευση, πόνος στο ορθό ή στην περιοχή του πρωκτού, ορθοπεδικό πρόβλημα που εμποδίζει το ζώο από το να πάρει στάση αφόδευσης.
  4. Απόφραξη παχέος εντέρου: ενδωαυλικοί όγκοι, εκκόλπωμα του ορθού, στένωση, ξένο σώμα, κοκκίωμα.
  5. Εξωαυλικά αίτια: στένωση της πυελικής εισόδου μετά από λάθος επούλωση πυελικού κατάγματος, μεγεθυμένοι λεμφαδένες ή προστάτης, μετατραυματική στένωση και όγκος, περινεϊκή κήλη.
  6. Ασθένειες που επηρεάζουν τον νευρομυικό έλεγχο του παχέος εντέρου: υποθυρεοειδισμός, δυσαυτονομία, κάκωση της σπονδυλικής στήλης ή των νεύρων της λεκάνης, μεγάκολο (συχνότερο στις γάτες), δυσαυτονομία, υποκαλιαιμία, υπασβεστιαιμία, δευτερογενής διατροφικός υπερπαραθυρεοειδισμός.
  7. Φάρμακα: οπιοειδή, διουρητικά, αντισταμινικά, αντιχολινεργικά, σουκραλφάτη, υδροξείδιο του αλουμινίου, βρωμιούχο κάλιο και αναστολείς διαύλων ασβεστίου.

Τα κλασσικά κλινικά σημεία που εύκολα παρατηρεί ο ιδιοκτήτης του ζώου είναι τεινεσμός και σκληρά, ξηρά κόπρανα. Αν το πέρασμα των κοπράνων εμποδίζεται από έναν μεγεθυμένο προστάτη ή λεμφαδένες, τα κόπρανα μπορεί να παρουσιάζονται λεπτά ή σαν κορδέλα. Τα κόπρανα είναι συνήθως σε αποσύνθεση. Κάποια ζώα μπορεί να βρίσκονται σε λήθαργο, να έχουν κατάπτωση, ανορεξία, εμετούς και κοιλιακή δυσφορία.

Ο κτηνίατρος μπορεί να επιβεβαιώσει την παρουσία μεγάλου όγκου κατακρατημένων κοπράνων με ψηλάφηση της κοιλιάς και δαχτυλική ψηλάφηση του ορθού. Κατά την ψηλάφηση της κοιλιάς το παχύ έντερο βρίσκεται διογκωμένο. Με την δαχτυλική ψηλάφηση, εκτός από την παρουσία κοπράνων, μπορεί να εκτιμηθεί και η ποιότητά τους όπως η παρουσία κοκάλων, πλαστικών και άλλων άπεπτων υλικών. Μπορεί επίσης να γίνει μια πρώτη εκτίμηση του προστάτη καθώς και παρουσία απόφραξης ή διήθησης.

Παραπέρα εξετάσεις συμπεριλαμβάνουν:

  1. Ακτινογραφία κοιλίας για το περιεχόμενο των κοπράνων, απόφραξη, πρόβλημα του προστάτη κλπ.
  2. Ακτινογραφία λεκάνης για ανατομικές ανωμαλίες και απόφραξη.
  3. Κλύσμα με βάριο για απόφραξη.
  4. Υπέρηχος για διήθηση, προβλήματα προστάτη, απόφραξη.
  5. Κολονοσκόπηση για απόφραξη και βιοψία.
  6. Γενική αίματος και βιοχημικό προφίλ για την γενική κατάσταση του ζώου, κατάσταση του θυρεοειδούς, επίπεδα ασβεστίου και καλίου.

Η ελαφριά δυσκοιλιότητα συχνά μπορεί να αντιμετωπιστεί με δίαιτα που να αποτελείται από την αποφυγή αλλοτριοφαγίας, άμεση πρόσβαση σε νερό και διατροφή με περισσότερες ίνες. Προσθήκη ψύλλιου (1-6 κουταλάκια) ή πίτουρου (1-4 κουταλάκια) συνήθως αρκούν. Μπορεί επίσης να δωθεί κάποιο καθαρτικό (παραφινέλαιο, δοκουσάτη, λακτουλόζη, βισακοδύλη). Τα διεγερτικά καθαρτικά όπως η βισακοδύλη δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται σε περιπτώσεις απόφραξης ή έστω υποψίας της.

Σε σοβαρότερες περιπτώσεις, τα κόπρανα πρέπει να αφαιρούνται χρησιμοποιώντας κλύσμα ή εξαγωγή με το χέρι κάτω από γενική αναισθησία. Ίσως χρειαστούν δύο ή και τρεις προσπάθειες για την ολική αφαίρεση των κοπράνων. Παράλληλα πρέπει να διορθώνονται ανωμαλίες υγρών και ηλεκτρολυτών

Τα κλύσματα βοηθούν στο να υγρανθούν και να μαλακώσουν τα κόπρανα κάνοντάς τα έτσι ευκολότερα να βγουν. Αποτελούνται από χλιαρό φυσιολογικό ορό ή νερό με την προσθήκη σαπουνιού που δρα ως ερεθιστική ουσία. Άλλη επιλογή είναι η δοκουσάτη και το παραφινέλαιο ενδοπρωκτικά. Καμιά φορά χρησιμοποιείται σε σκύλους κλύσμα με φωσφορικό νάτριο, αλλά πρέπει να αποφεύγεται αν υπάρχει αφυδάτωση, καρδιακή νόσος, ναυτία ή έμετος. Επίσης αντενδείκνυται η χρήση του σε μικρά σκυλιά και γάτες καθώς και σε ζώα με νεφρική δυσλειτουργία, γιατί προκαλεί τοξίκωση.

Η χρόνια δυσκοιλιότητα κάποιες φορές δεν ανταποκρίνεται σε κλύσμα. Τότε χρειάζεται μερική ή ολική κολεκτομή για να αφαιρεθούν οι μάζες των κοπράνων και τμήμα του εντέρου που έχει νεκρωθεί.

Μετά την θεραπεία ή το χειρουργείο πρέπει να ακολουθηθούν κάποια μέτρα ώστε να μην επανεμφανιστεί η δυσκοιλιότητα. Το ζώο πρέπει να βρίσκεται σε μια δίαιτα υψηλή σε ίνες. Αυτό γίνεται είτε με προσθήκη ινών στην τροφή του είτε με ειδική τροφή εμπορίου για δυσκοιλιότητα. Το να έχει το ζώο άμεση πρόσβαση σε νερό είναι πολύ σημαντικό. Πρέπει τέλος να έχει όσες κενώσεις θελήσει τη μέρα. Αυτό σημαίνει αρκετές βόλτες για τους σκύλους, καθαρή άμμος για τις γάτες και πρόσβαση σε αυλή αν υπάρχει, τόσο για τους σκύλους όσο και για τις γάτες.

Πηγές: 1)The merk veterinary manual 10thedition, 2)textbook of small animal surgery-Douglas H. Slatter, 3rded., 3)Small animal internal medicine R. Nelson

Τραυματισμός της ουράς στην ιγκουάνα β’: αντιμετώπιση

9 11 2012

Φροντίδα του σπασίματος και της πληγής

Καταρχάς να πούμε ότι κοπή ή σπάσιμο της ουράς σε ιγκουάνα δεν είναι επείγουσα κατάσταση καθώς δεν απειλείται η ζωή του ζώου άμεσα. Η φροντίδα μετά από ένα μικρό σπάσιμο είναι απλή. Σιγουρευτείτε ότι η περιοχή έχει σταματήσει να αιμορραγεί. Μπορείτε να χρησιμοποιήσετε κάποια στυπτική σκόνη ή καλαμποκάλευρο ή αλεύρι για να σταματήσετε την αιμορραγία. Συνήθως χάνεται λίγο μόνο αίμα μετά από σπάσιμο. Καθαρίστε την περιοχή με ιωδιούχο ποβιδόνη ή χλωρεξιδίνη, φροντίζοντας να φύγει όλη η σκόνη. Εναλλακτικά γεμίστε μια λεκάνη με χλιαρό νερό, διαλύστε ιωδιούχο ποβιδόνη (μέχρι να πάρει το χρώμα του τσαγιού) και βάλτε το ζώο μέσα για 15-20 λεπτά. Αφού το βγάλετε από το διάλυμα, πλύντε την πληγή με ιωδιούχο ποβιδόνη. Μετά σκουπίστε την με μια καθαρή γάζα ή αφήσετε την να στεγνώσει στον αέρα. Τέλος βάλτε στην πληγή κάποια αλοιφή που περιέχει συνδιασμό αντιβιοτικών, όπως Νεομυκίνη-πολυμιξίνη-βακιτρακίνη. Επαναλάβετε το καθάρισμα και την αλοιφή 2 φορές την ημέρα για μία εβδομάδα ή μέχρι να θρέψει η πληγή. Στο διάστημα αυτό παρακολουθήστε για σημάδια μόλυνσης ή γάγγραινας.

Γάγγραινα σημαίνει ότι η ουρά έχει μολυνθεί και οι ιστοί νεκρώνονται. Για να σωθεί ο υγιής ιστός στην υπόλοιπη ουρά, η μολυσμένη περιοχή πρέπει να αφαιρεθεί πριν προχωρήσει η νέκρωση. Συνήθως η ουρά έχει ξηρή γάγγραινα. Η άκρη σκουραίνει ή γίνεται μαύρη, σαν να έχει αφαιρεθεί το υγρό της περιοχής. Η υγρή γάγγραινα είναι πιο σπάνια. Στην περίπτωση αυτή, η ουρά γίνεται σκούρη, μαλακή και πολτώδης.

Μόλυνση και γάγγραινα στην ουρά χρειάζονται την φροντίδα κτηνιάτρου. Τα σοβαρά σπασίματα επίσης. Τέτοια σπασίματα είναι αυτά που γίνονται ψηλά στην ουρά ή η ουρά έχει σπάσει αλλά το δέρμα δεν έχει σκιστεί και η ουρά παραμένει πάνω στο ζώο σπασμένη.

Τι θα κάνει ο κτηνίατρος σε περίπτωση που χρειαστεί να δει την ιγκουάνα: Αφού εξετάσει το σπάσιμο/πληγή και την μόλυνση, θα αποφασίσει αν μπορεί να επουλωθεί με φάρμακα ή χρειάζεται ακρωτηριασμός. Αν η άκρη της ουράς είναι μολυσμένη σε ένα πολύ μικρό σημείο, πιθανόν να αποφασίσει να χρησιμοποιήσει αντιβιοτικά και Διμεθυλσουλφοξείδιο. Το Διμεθυλσουλφοξείδιο αυξάνει την αιμάτωση στην περιοχή. Αν όμως η μολυσμένη περιοχή είναι μεγάλη ή αν μετά την αντιβιοτική αγωγή η μόλυνση επανεμφανιστεί, ο ακρωτηριασμός είναι η μόνη λύση.

Αν η ουρά έχει σπάσει χωρίς να έχει σκιστεί το δέρμα, η αιμάτωση πέρα από το σπάσιμο είναι κανονική και η γωνία του σπασίματος δεν είναι μεγάλη, ο κτηνίατρος μπορεί να αποφασίσει να μην ακρωτηριάσει την ουρά και να την αφήσει να επουλωθεί μόνη της βάζοντας νάρθηκα. Το πιθανότερο είναι η ουρά να έχει ένα μικρό στράβωμα στο σημείο του σπασίματος. Η απόφαση του κτηνιάτρου για ακρωτηριασμό θα εξαρτηθεί και από το σημείο που βρίσκεται το σπάσιμο. Σε σπάσιμο κοντά στην βάση της ουράς είναι πιο εύκολο να μπει νάρθηκας από ότι σε σπάσιμο κοντά στην άκρη, επειδή η άκρη της ουράς έχει την τάση να κινείται και να χτυπάει σε αντικείμενα.

Αν το δέρμα στο σημείο του σπασίματος έχει σκιστεί, το πιθανότερο είναι να χρειαστεί ακρωτηριασμός. Υπάρχουν δύο τρόποι για να γίνει αυτό. Αν το σπάσιμο είναι ατελές, ο κτηνίατρος μπορεί να συνεχίσει να κόβει στο σημείο του σπασίματος. Ο άλλος τρόπος είναι να ακρωτηριάσει σε σημείο που υπάρχει άρθρωση, πιο ψηλά από το σπάσιμο, διαχωρίζοντας ουσιαστικά δύο σπονδύλους αντί να κόψει έναν στη μέση. Με αυτόν τον τρόπο βοηθάει περισσότερο την αναγέννηση της ουράς.

Αν γίνει ακρωτηριασμός από τη μέση της ουράς και πάνω, είναι συζητήσιμο το αν θα ραφτεί το δέρμα ή όχι. Το δέρμα τραβιέται και ράβεται πάνω από την άκρη της ουράς. Οι απόψεις όσων αφορά το ράψιμο διίστανται. Κάποιοι υποστηρίζουν ότι το ράψιμο εμποδίζει την επούλωση και την αναγέννηση. Κάποιοι άλλοι ότι το το ράψιμο διευκολύνει την επούλωση και δεν εμποδίζει την αναγέννηση καθώς αν είναι να μεγαλώσει η ουρά, θα μεγαλώσει μέσω του ραμμένου δέρματος.

Ο ακρωτηριασμός πρέπει να γίνεται από άτομο που έχει διδαχτεί την τεχνική και σε καμία περίπτωση από τον ιδιοκτήτη της ιγκουάνα στο σπίτι. Απαιτούνται φάρμακα και εργαλεία ειδικά ώστε να ο κίνδυνος της μόλυνσης να είναι όσο το δυνατόν μικρότερος. Ο ιδιοκτήτης δε μπορεί να ξέρει αν χρειάζεται ακρωτηριασμός ή όχι, σε ποιο σημείο πρέπει να γίνει και πως να αποφευχθεί ο πόνος στην ιγκουάνα.

Υπάρχει και το ενδεχόμενο τραυματισμού της ουράς όπου τραυματίζεται το δέρμα και ο μυς στη μία πλευρά μέχρι το κόκαλο, αλλά όχι το κόκαλο. Σε αυτές τις περιπτώσεις μπορούν να τοποθετηθούν ράμματα από τον κτηνίατρο μέσα στις πρώτες 24 ώρες. Όσο νωρίτερα, τόσο καλύτερα γιατί αποφεύγονται οι μολύνσεις.

Αναισθησία και μετεγχειρητική φροντίδα

Ο τύπος της αναισθησίας ποικίλει σε κάθε ακρωτηριασμό. Όταν χρειάζεται να αφαιρεθεί μόνο ένα μικρό μέρος στην άκρη της ουράς, αρκεί να δοθεί ένα ενέσιμο ναρκωτικό. Έπειτα μπαίνει επίδεσμος για περίπου 24 ώρες. Η φροντίδα της πληγής μετά την επέμβαση αποτελείται από καθαρισμό την περιοχής με αντιμικροβιακό διάλυμα όπως ιωδιούχος ποβιδόνη και η επάλειψη με αντιβιοτική κρέμα όπως Αργυρούχος σουλφαδιαζίνη.

Σε περίπτωση σοβαρότερου τραυματισμού, όπου ο ακρωτηριασμός γίνεται πιο ψηλά, χρησιμοποιείται ηρεμιστικό και τοπικό αναισθητικό. Το ηρεμιστικό εκτός από το να ηρεμεί την ιγκουάνα και να την εμποδίζει να κινείται, δρα ως παυσίπονο κατά την διάρκεια της επέμβασης. Μετά από τον ακρωτηριασμό, αν το δέρμα ραφτεί, η μόνη φροντίδα που χρειάζεται είναι να μένει η περιοχή στεγνή και καθαρή. Μπορεί να μην χρειαστεί ούτε ενέσιμο αντιβιοτικό ούτε αντιβιοτική αλοιφή. Αυτό εξαρτάται από το αν υπάρχει μόλυνση και από την όλη φυσική κατάσταση της ιγκουάνας.

Σε περίπτωση σοβαρού τραυματισμού που προέρχεται από επίθεση σκύλου ή άλλης ιγκουάνας, συχνά χρειάζεται ράψιμο και άλλων πληγών πέρα από τον ακρωτηριασμό. Σε τέτοια περίπτωση γίνεται αναισθησία, συνήθως εισπνευστική. Η φροντίδα μετά την επέμβαση πρέπει να είναι αρκετά επιμελής από τη μεριά του ιδιοκτήτη.

Έχετε υπόψιν σας ότι αν έχει χαθεί μεγάλο μέρος της ουράς της ιγκουάνα σας, θα χρειαστούν κάποιες αλλαγές στο περιβάλλον που ζει. Αν η ουρά που έχει απομείνει είναι μικρότερη από τη μισή, θα επηρεαστεί η ισορροπία της ιγκουάνας και η ικανότητά της να σκαρφαλώνει. Θα χρειαστεί χαμηλότερα κλαδιά ή καθόλου. Η λάμπα και οι θερμαντικές πηγές θα πρέπει να τοποθετηθούν χαμηλότερα, μέχρι να μπορεί το ζώο να ξανασκαρφαλώσει.

Επειδή το χάσιμο της ουράς προκαλεί στρες, είναι σημαντικό για την ιγκουάνα να διαμένει σε περιβάλλον με όσο το δυνατόν λιγότερους στρεσογόνους παράγοντες κατά την περίοδο της ανάρρωσης. Ο χώρος που βρίσκεται το κλουβί να είναι ήσυχος. Η θερμοκρασία να κρατιέται στο υψηλότερο του ορίου που θεωρείται κατάλληλο με μια μικρή πτώση τη νύχτα. Το κλουβί να κρατιέται όσο το δυνατόν καθαρότερο για να αποφεύγεται η μόλυνση της πληγής. Καλύτερα να αφαιρεθούν φυσικά υποστρώματα και να μπει εφημερίδα, να αφαιρεθούν τα πολλά κλαδιά, αλλά να υπάρχει πάντα μέρος για να κρυφτεί η ιγκουάνα όπως ένα κουτί, ώστε να μην στρεσσάρεται. Η διατροφή του ζώου να είναι σωστή. Ελλείψεις όπως υποπρωτεϊναιμία και υπασβεστιαιμία καθυστερούν την επούλωση.

Πηγές: 1) Melissa Kaplan’s Herp Care Collection, Tail breaks and drops, 1996, 2002 Melissa Kaplan, last updated February 27 2012, 2) Melissa Kaplan’s Herp Care Collection, Tail, Limb and Skin Autotomy, 2000 Melissa Kaplan, Last updated February 27, 2012, 3) The Iguana Den’s Care and Keeping of Giant Green Iguanas, Meredith Martin, April 4, 2005, 4), 5), 6)BSAVA Manual of Reptiles, 2004

Τραυματισμός της ουράς στην ιγκουάνα α’: αυτοτομία και αναγέννηση

6 11 2012

Όπως πολλές σαύρες, οι ιγκουάνες μπορούν να αποκόψουν εθελούσια τις ουρές τους. Η ικανότητα αυτή ονομάζεται αυτοτομία. Άλλα είδη με την ικανότητα αυτοτομίας ανήκουν στα Γκέκο και στις Αγαμίδες. Πρόκειται για έναν αμυντικό μηχανισμό που έχουν αναπτύξει τα ζώα αυτά στην φύση ώστε να μπορούν να διαφύγουν σε περίπτωση που κάποιο αρπακτικό ζώο τα αρπάξει από την ουρά τους. Το αποκομμένο κομμάτι της ουράς σπαρταράει και στριφογυρίζει για να αποσπάσει την προσοχή του αρπακτικού καθώς το ιγκουάνα φεύγει να σωθεί.

Είναι σημαντικό να τονίσουμε ότι η αυτοτομία είναι αντανακλαστικό. Κάποια ζώα έχουν εύθραυστα μέρη στο σώμα τους τα οποία σπάνε εύκολα αν κάποιος τα αρπάξει από εκεί. Αυτό όμως δεν είναι αυτοτομία.

Στις σαύρες που έχει αναπτυχθεί η αυτοτομία σαν τρόπος διαφυγής, το χρώμα, η μορφή και οι κινήσεις της ουράς είναι τέτοια ώστε να τραβάνε την προσοχή του αρπακτικού. Το χρώμα είναι φωτεινό με έντονες αντιθέσεις χρωμάτων και η κίνηση είναι παλινδρομική, ενώ το σώμα της σαύρας παραμένει ακίνητο. Καθώς το χρώμα και η μορφή της ουράς είναι σημαντικά τόσο για την αποφυγή αρπακτικών όσο και για την κοινωνικότητα της σαύρας με άλλες σαύρες του ίδιου είδους, η απουσία ουράς μπορεί να επηρεάσει την ικανότητα της σαύρας για επιβίωση και την εύρεση αντίθετου φύλου για αναπαραγωγή.

Οι ουρές σπάνε σε συγκεκριμένα σημεία, “επίπεδα κατάγματος”, τα οποία είναι μη οστεοποιημένα τμήματα και βρίσκονται κατά μήκος της ουράς, είτε ανάμεσα στους σπονδύλους είτε στη μέση σπονδύλων.

Το χάσιμο της ουράς σημαίνει χάσιμο λίπους και πρωτεΐνης (ενέργειας δηλαδή). Και τα δύο αυτά είναι αποθηκευμένα στην ουρά. Χρειάζεται πολλή ενέργεια για να ξαναμεγαλώσει ένα μέρος του σώματος. Για τον λόγο αυτόν κατά την περίοδο της αναγέννησης της ουράς, αν η σαύρα είναι νεαρή, σταματάει να αναπτύσσεται Αν είναι ενήλικη, σταματάει τον αναπαραγωγικό της κύκλο και την παραγωγή γαμετών. Τα θηλυκά τα οποία βρίσκονται σε περίοδο αναγέννησης της ουράς, δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται για αναπαραγωγή λόγω της ταυτόχρονης πολλής ενέργειας που χρειάζεται για την παραγωγή αυγών και για την αναγέννηση της ουράς.

Σε συνθήκες αιχμαλωσίας, υπάρχουν πολλοί λόγοι για να χάσει μία ιγκουάνα την ουρά της. Καμιά φορά η ιγκουάνα προκαλεί το σπάσιμο της ουράς της μόνη της, χτυπώντας την σε μια σκληρή επιφάνεια όπως ένας τοίχος στο σπίτι ή στο κλουβί της. Τραυματισμοί στην ουρά κατοικιδίων ιγκουάνα συμβαίνουν σπάνια από μόνες τους αν η ιγκουάνα ζει σε σωστού μεγέθους και σωστά φτιαγμένο κλουβί, με σωστό φως που παράγει UVB και έχει σωστή διατροφή. Οι ιδιοκτήτες πιάνουν καμιά φορά την ουρά της ιγκουάνας σε κάποια πόρτα καθώς την κλείνουν ή την κόβουν πατώντας την. Επίσης οι ιγκουάνες τραυματίζουν τις ουρές τους πέφτοντας από κάπου ψηλά. Η συχνότερη όμως αιτία τραυματισμού της ουράς είναι όταν κάποιος την αρπάξει την ώρα που η ιγκουάνα τρέχει να φύγει, με αποτέλεσμα να την σπάσει. Αυτό μπορεί να γίνει από άνθρωπο ή από κάποιο άλλο κατοικίδιο που βλέπει την ιγκουάνα σαν παιχνίδι και βρίσκεται στον ίδιο χώρο με αυτήν χωρίς επίβλεψη. Η ουρά μπορεί να πέσει και χωρίς ιδιαίτερο λόγο, παρά μόνο από στρες. Ένας τρόπος να μειώσετε τέτοια συμβάντα είναι να ασχολείστε και με την ουρά της ιγκουάνας κατά την εκπαίδευση και κοινωνικοποίησή της.

Αναγέννηση της ουράς

Η ουρά στις ιγκουάνες δεν αναγεννάται τόσο γρήγορα και ολοκληρωμένα όσο σε άλλες σαύρες όπως για παράδειγμα στα γκέκο τα οποία, ένα μήνα μετά την κοπή, έχουν μια ολοκαίνουρια ουρά. Η αναγέννησης της ουράς στις ιγκουάνες εξαρτάται από κάποιους παράγοντες. Αυτοί είναι: η ηλικία της ιγκουάνας, η υγεία της και αν έχει γίνει χειρουργικός ακρωτηριασμός, σε ποιο σημείο έχει γίνει. Όσο πιο νεαρή είναι η ιγκουάνα, τόσο μεγαλύτερες οι πιθανότητες να αναγεννηθεί η ουρά. Όσο πιο υγιής, τόσο μεγαλύτερες οι πιθανότητες αναγέννησης. Αν ο ακρωτηριασμός έγινε κοντά σε σημείο όπου θα έσπαγε με φυσιολογικό τρόπο, υπάρχει μεγαλύτερη πιθανότητα αναγέννησης. Υπάρχει όμως περίπτωση να μη μεγαλώσει η ουρά σε νεαρό ιγκουάνα ή να μεγαλώσει αρκετά σε ένα μεγαλύτερης ηλικίας. Κανείς δε μπορεί να προβλέψει τι θα συμβεί.

Η νέα ουρά δεν είναι ποτέ ίδια με την παλιά. Η άκρη της είναι πιο μπαστουνωειδής και λιγότερο μυτερή και τα λέπια είναι διαφορετικά από αυτά του υπόλοιπου σώματος. Το μήκος της νέας ουράς είναι πάντα πιο μικρό από της παλιάς. Το χρώμα της ουράς επίσης είναι διαφορετικό. Τείνει να μοιάζει με το χρώμα που είχε το σημείο του σπασίματος. Αν το σπάσιμο έγινε σε σκούρο σημείο, είναι πιθανόν όλη η ουρά να έχει σκούρο χρώμα. Συνήθως το χρώμα είναι σκούρο, σοκολατί, κάποιες φορές πράσινο ή καφέ με πράσινες κηλίδες.

Μπορεί η καινούρια ουρά να είναι ψαλιδωτή. Αυτό είναι μια ανωμαλία της αναγέννησης. Συμβαίνει όταν μια ουρά σπάσει μερικώς και το αρχικό κομμάτι της ουράς παραμείνει στην θέση του, ενώ παράλληλα ξεκινά και αναγεννάται ένα νέο από τον εκτεθειμένο ιστό.

Στη νέα ουρά δεν δημιουργούνται καινούριοι σπόνδυλοι, αλλά μια ράβδος από χόνδρο. Αυτό σημαίνει ότι η ουρά μπορεί να κοπεί μόνο μία φορά, καθώς τα επίπεδα κατάγματος χάνονται. Μπορεί ωστόσο να κοπεί και να αναγεννηθεί μόνο σε σημείο πιο κοντά στο σώμα από την πρώτη φορά.

(Πηγές: 1)Melissa Kaplan’s Herp Care Collection, Tail breaks and drops, 1996, 2002 Melissa Kaplan, last updated February 27 2012, 2)Melissa Kaplan’s Herp Care Collection, Tail, Limb and Skin Autotomy, 2000 Melissa Kaplan, Last updated February 27, 2012, 3)The Iguana Den’s Care and Keeping of Giant Green Iguanas, Meredith Martin, April 4,2005, 4), 5), 6)BSAVA Manual of Reptiles, 2004)

Αρέσει σε %d bloggers: